Η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση στα 51χρόνια λειτουργίας της σημείωσε σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά επιτεύγματα. Το μέσο κατά κεφαλή εισόδημα στην Ευρώπη των 27 ανήλθε στο 28000 ευρώ, ο μέσος όρος ζωής αυξήθηκε στα 81 έτη για τις γυναίκες και 79 για τους άνδρες (το 1960 τα αντίστοιχα έτσι ήταν 73 και 67), εγκρίθηκαν και εφαρμόστηκαν οδηγίες-νομοθεσίες για τη μερική απασχόληση, τη γονική άδεια, τη μητρότητα, την προστασία των εργαζομένων από τις απολύσεις, τις άδειες ανάπαυσης, την προστασία των καταναλωτών και του περιβάλλοντος. Βεβαίως οι κατακτήσεις στον εργασιακό και κοινωνικό τομέα σημειώθηκαν μετά από σκληρούς αγώνες του συνδικαλιστικού κινήματος των χωρών της Ε.Ε. και άλλων κοινωνικών κινημάτων, της νεολαίας, των γυναικών, των οικολόγων κλπ.
Η Ε.Ε. ξεκίνησε ως μια Κοινότητα μεικτών οικονομιών, οι οποίες διδάχθηκαν το μάθημα της βαθιάς κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του 1930: ότι η προοδευτική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη απαιτεί μακροοικονομική και δομική παρέμβαση, ότι ο ανταγωνισμός σε μια κοινή αγορά χρειάζεται κοινούς κανόνες και οικονομική πολιτική και ότι η κοινωνική πρόοδος προϋποθέτει έναν ισχυρό δημόσιο τομέα. Αυτά τα διδάγματα, που εφαρμόστηκαν με διάφορους τρόπους σε διαφορετικές χώρες, ήταν—αν και όχι αδιαμφισβήτητα—η κοινή βάση του οικονομικού δυναμισμού στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, Αλλά από τα μέσα ης δεκαετίας του 1970, αρχικά σταδιακά και μετά ολοκληρωτικά, αφέθηκαν στο περιθώριο και υποσκάφτηκαν από την άνοδο του ανταγωνισμού ως τον κυρίαρχο κανόνα για όλη την οικονομική, καθώς και για μεγάλα τμήματα της κοινωνικής ζωής. Η μακροοικονομική πολιτική συρρικνώθηκε στους κανόνες της αυστηρής σταθερότητας των τιμών και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Η εναρμόνιση των κανόνων ανταγωνισμού αντικαταστάθηκε από τον ανταγωνισμό.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση 80 εκατ. πολίτες που ζουν κάτω από το όριο φτώχειας (16% του πληθυσμού) ένας αριθμός απαράδεκτος για μια ΄Ενωση που έχει δεδηλωμένη πρόθεση να γίνει η καλύτερη και πιο παραγωγική οικονομία μέχρι το 2010 (όριο φτώχειας-το 60% του μέσου εισοδήματος αφού αφαιρεθούν οι φόροι και άλλες κρατήσεις).
Σε κάποιες χώρες το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο: Ιρλανδία, Πορτογαλία, Σλοβακία-21%, Ελλάδα, Ισπανία-20%, Ιταλία 19%.
Σύμφωνα με σχετικές έρευνες η φτώχια συνδέεται στενά με την κοινωνική απομόνωση και επηρεάζεται ισχυρά από τη χαμηλή ποιότητα της απασχόλησης και ιδίως τη χαμηλή ποιότητα των επαγγελματικών καθηκόντων, του επισφαλή χαρακτήρα της εργασίας και την ανεπαρκή κατάρτιση. Η καταπολέμηση λοιπόν της φτώχειας είναι μία από τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ένωση. Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι η ανεργία.
Για χρόνια το ποσοστό της ανεργίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν σταθεροποιημένο στο 10-11%. Μόνο τα τελευταία 3 χρόνια άρχισε να διαφαίνεται κάποια μείωση που οφείλεται κυρίως στην πρόοδο που παρατηρήθηκε στους κλάδους της πληροφορικής που είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων εργασίας.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απασχόληση, οι νέες θέσεις εργασίας στους τομείς υψηλής τεχνολογίας και η κατάληψη μεγάλη τμήματος των νέων εργασιακών ευκαιριών από γυναίκες, ήταν από τους κύριους λόγους μείωσης της ανεργίας.
Παρά την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Οικονομίας δημιουργήθηκαν περισσότερες από 3 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα το ποσοστό της απασχόλησης να αυξηθεί στο 63,3% από το 62,3% που είχε καταγραφεί το 1999.
Πάνω από 1,6 εκατ. θέσεις που δημιουργήθηκαν «καταλήφθηκαν» από γυναίκες.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό της ανεργίας στις χώρες της Ε.Ε. έχει πέσει το 2006 στο 8.3% σε σύγκριση με 10.3% το 1994.
Βέβαια το ποσοστό της ανεργίας δεν είναι καθόλου ομοιόμορφο στην Ένωση. Υπάρχουν χώρες με πολύ πιο ψηλό ποσοστό, όπως η Γάλλια (9,6% η Ελλάδα (9,5%), η Γερμανία (8,7%). Οι χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό είναι το Λουξεμβούργο (4,1%), η Ολλανδία (4.5%) και η η Ιρλανδία (4,5%).
Σύμφωνα με τις αναλύσεις των ειδικών, το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό του προβλήματος της ευρωπαϊκής ανεργίας είναι οι μόνιμοι άνεργοι οι οποίοι αποτελούν το 50% και άνω του συνολικού αριθμού των ανέργων. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι πρωτοφανές στην έκταση του για τον κόσμο ολόκληρο.
Ένας στους δύο άνεργους δεν απέχει από την ενεργό δράση επειδή οι δουλειές δεν πάνε καλά. Απέχει μόνιμα εκτός της παραγωγικής διαδικασίας. Εδώ λοιπόν το πρόβλημα δεν έχει να κάνει με την οικονομική δραστηριότητα (ψηλή ή χαμηλή, σε ύφεση ή σε ανάκαμψη), αλλά με το πρόβλημα της ίδιας της κοινωνίας που για κάποιο λόγο έχει πάρει οριστικό διαζύγιο με κάποιους ανθρώπους.
Άρα στα καθαρά ευρωπαϊκά δεδομένα η ανεργία δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με τις κλασσικές και παραδοσιακές συνταγές τύπου «ας αναθερμάνουμε την οικονομία για να δημιουργηθούν δουλειές και να τις πάρουν οι άνεργοι» κλπ. Ακόμα και σε περιόδους ψηλού ρυθμού ανάπτυξης, από τις νέες θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν το ένα τρίτο μόνο θα καταλάβουν πρώην άνεργοι. Τα δύο τρίτα θα πάνε σε νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας.
Βέβαια αυτό είναι μια άποψη. Υπάρχει και η άλλη που λεει ότι σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης του 3-4% είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουν την ανεργία. Το ζήτημα όμως είναι ότι τέτοιους σταθερούς ρυθμούς η Ευρώπη δεν έχει ζήσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
«Η ανεργία και οι επιβραδυμένοι ρυθμοί ανάπτυξης είναι τα κυριότερα προβλήματα της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης σημειώνει ο “Economist” στην έκδοση στις 17.3.2007. Πράγματι, συνεχίζει το περιοδικό, τα οικονομικά προβλήματα έχουν κάνει τους ψηφοφόρους να είναι καχύποπτοι όχι μόνο γενικά για τη παγκοσμιοποίηση αλλά και σε σχέδια της Ε.Ε. για διεύρυνση και ενιαία αγορά. Η ανεργία βέβαια δεν είναι άσχετη για την μη αποδοχή της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης στη Γαλλία και Δανία το 2005.Οι Γάλλοι ψηφοφόροι θα έλεγαν μάλλον ναι αν η ανεργία ήταν 3% και όχι 10%! >>.
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ Ε.Ε. – ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
ΤΗΣ ΛΙΣΣΑΒΟΝΑΣ
Το Μάρτιο του 2000 κατά τη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Λισσαβόνα οι ηγέτες των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) δεσμεύτηκαν να υλοποιήσουν συγκεκριμένους οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους που θα καταστήσουν μέχρι το 2010 την οικονομία της Ε.Ε. την πλέον δυναμική και ανταγωνιστική στον κόσμο.
Η Στρατηγική της Λισσαβόνας όπως έκτοτε έγινε γνωστή, αφορά την προώθηση ενός συνόλου οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. με στόχο τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα επιτρέψουν στην Ε.Ε. μέχρι το 2010 να γίνει η πρώτη οικονομική δύναμη.
Έχουν περάσει έκτοτε περισσότερο από 7 χρόνια και από την έκθεση Κοκ που παρουσιάσθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, φαίνεται πως υπάρχει σημαντική καθυστέρηση και αποτυχία στην προώθηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων προς επίτευξη των στόχων της Λισσαβόνας, και γι’ αυτό χρειάστηκε η αναθεώρηση των πολιτικών δράσεως.
Η έκθεση Κοκ επισημαίνει τους πέντε τομείς-προτεραιότητας που πρέπει τα κράτη-μέλη να επικεντρωθούν:
- Κοινωνία της γνώσης: αύξηση της ελκυστικότητας της Ευρώπης για ερευνητές και επιστήμονες, προώθηση της έρευνας και ανάπτυξης και των τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορίας.
- Εσωτερική αγορά: ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς για τις υπηρεσίες (κυρίως τις χρηματοοικονομικές) και αφαίρεση των εμποδίων στην ελεύθερη διακίνηση των αγαθών.
- Επιχειρηματικό περιβάλλον: μείωση του επιχειρηματικού κόστους, βελτίωση της ποιότητας της νομοθεσίας, υποστήριξη της ανάπτυξης νέων επιχειρήσεων και δημιουργία περιβάλλοντος που να ενθαρρύνει την επιχειρηματικότητα.
- Αγορά εργασίας: άμεση προώθηση της ευελιξίας των εργαζομένων, ανάπτυξη στρατηγικής για τη δια βίου μάθηση και τη γήρανση του πληθυσμού και ανάπτυξη συνεργασιών για την απασχόληση και την ανάπτυξη.
- Διατήρηση του περιβάλλοντος: ενδυνάμωση της καινοτομίας όσον αφορά το περιβάλλον και προώθηση πολιτικών για μακροπρόθεσμη αύξηση της παραγωγικότητας.
Πέραν τούτων ισχύουν οι ποσοτικοί στόχοι της Στρατηγικής της Λισσαβόνας που είναι:
Συνολική απασχόληση
Να φθάσει στο 67% το 2005 και όσο το δυνατόν πιο κοντά στο 70% το 2010.
Απασχόληση Γυναικών
Να φθάσει στο 57% το 2005 και πάνω από 60% το 2010
Απασχόληση Εργαζομένων
Μεταξύ 55 και 64 ετών να φθάσει στο 50% το 2010
Άνεργοι
- Σε κάθε άνεργο να προσφέρεται η δυνατότητα νέας αρχής πριν την πάροδο 6μηνών ανεργίας αν πρόκειται για νέους και 12 μηνών αν πρόκειται για ενήλικες (νέα αρχή μπορεί να είναι κατάρτιση, επανεκπαίδευση ή τοποθέτηση σε θέση εργασίας).
- Μέχρι το 2010, το 25% των μακροχρόνια άνεργων να συμμετέχουν σε κάποιο ενεργητικό μέτρο με στόχο την επίτευξη του μέσου όρου των τριών καλυτέρων προηγουμένων κρατών - μελών.
Εκπαίδευση και δια βίου μάθηση
- Μέχρι το 2010 τουλάχιστον 85% των ατόμων ηλικίας 22 ετών στην Ε.Ε. θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει την ανώτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
- Μέχρι το 2010 το μέσο επίπεδο συμμετοχής στη δια βίου μάθηση θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 12,5% του ενήλικου οικονομικά ενεργού πληθυσμού (25 ως 64 ετών).
Παράταση Επαγγελματικού βίου
- Αύξηση ως το 2010 της πραγματικής ηλικίας εξόδου από την αγορά εργασίας κατά 5 έτη (η ηλικία αυτή το έτος 2001 ήταν 59,9 έτη)
- Κατάργηση των κινήτρων για πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας κυρίως με μεταρρύθμιση των συστημάτων πρόωρης συνταξιοδότησης.
Ισότητα των φύλων
Προκειμένου να επιτευχθεί καλύτερος συνδυασμός επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής θα πρέπει μέχρι το 2010 να προσφέρονται υπηρεσίες φροντίδας παιδιών σε:
- Τουλάχιστον 90% των παιδιών ηλικίας από 3 ετών μέχρι την έναρξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και τουλάχιστον 33% των παιδιών κάτω των 5 ετών.
- Τουλάχιστον 33% των παιδιών κάτω των 3 ετών.
Μελετώντας τη στρατηγική της Λισσαβόνας, την έκθεση Κοκ, τους στόχους και τις επιδιώξεις που τίθενται, θεωρούμε ότι απ’ αυτή απουσιάζει το κοινωνικό στοιχείο, απουσιάζουν εκείνοι οι στόχοι που θα καταστήσουν την Ευρώπη πιο ανθρώπινη, πιο δίκαιη και πιο ανοικτή προς τους πολίτες της.
Πιστεύουμε ότι η κοινωνική συνοχή θα έπρεπε να αποτελεί βασικό άξονα της Στρατηγικής της Λισσαβόνας και όχι απόρροια της επίτευξης των οικονομικών στόχων.
Ιδιαίτερα τονίζουμε το γεγονός ότι όσο αφορά την αγορά εργασίας στα κείμενα της Στρατηγικής της Λισσαβόνας επαναλαμβάνεται συνεχώς η λέξη ευελιξία, η οποία ερμηνεύεται ως απορύθμιση της εργασίας, ως υπόσκαψη του ρόλου των συλλογικών συμβάσεων, ως εφαρμογή τέτοιων μορφών απασχόλησης που θα μειώνουν το κόστος εργασίας για τους εργοδότες και θα αυξάνουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων.
Το συνδικαλιστικό κίνημα έχει εκφράσει την αντίθεση του στις επιλογές εκείνες που τείνουν να καταστρατηγήσουν βασικές κατακτήσεις των εργαζομένων.
Όσο αφορά την παράταση του επαγγελματικού βίου η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) σε πρόσφατη γνωμάτευση της είναι κατηγορηματική:
«Οι στόχοι που πρέπει να τεθούν για την αντιμετώπιση του προβλήματος της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών συστημάτων υπερβαίνουν την απλή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης-πράγματι, το μέρος αυτό, εάν χρησιμοποιηθεί χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια, ενδέχεται να αποδειχτεί εντελώς αναποτελεσματικό, ακόμα δε και επιζήμιο, για την ποιότητα ζωής των ευρωπαίων πολιτών.
Λαμβανομένων υπόψη των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των διάφορων τύπων εργασίας και της παρουσίας μεταξύ αυτών της κοπιώδους, της επαναλαμβανόμενης ή της κουραστικής εργασίας, η λύση για τη γήρανση του πληθυσμού δεν μπορεί να είναι απλώς η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης: «εργασία για περισσότερα χρόνια» δεν σημαίνει το ίδιο για όλα τα επαγγέλματα και πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαφορά που υπάρχει μεταξύ νομίμου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και πραγματικής ηλικίας εξόδου από τον κόσμο της εργασίας>>.
Παρά το γεγονός ότι οι κυρίαρχες τάξεις στην Ε.Ε. προωθούν αυτή τη συγκεκριμένη πολιτική υπάρχουν περιθώρια στα κράτη-μέλη να βάζουν τη δική τους σφραγίδα, να κάνουν τις δικές τους εισηγήσεις και να εφαρμόσουν για την χώρα τους τις πολιτικές εκείνες που θα επιτυγχάνουν μεν την αύξηση της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας αλλά ταυτόχρονα να είναι ευαίσθητες στα θέματα κοινωνικής προστασίας και συνοχής.
Μετέχοντας εδώ και 2 σχεδόν χρόνια στην ΕΟΚΕ έχω αντιληφθεί ότι αυτό το όργανο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στο οποίο μετέχουν μεταξύ άλλων συνδικαλιστές αν ισχυροποιηθεί, αν οι αποφάσεις του αντί του απλού συμβουλευτικού χαρακτήρα έχουν μια πιο βαρύνουσα σημασία τότε μπορούν να συμβάλουν στην βελτίωση του εργασιακού κλίματος, στην αντιμετώπιση της φτώχειας και της κοινωνικής ανισότητας. Δεν τρέφουμε βέβαια ψευδαισθήσεις ότι αυτό θα συμβεί σύντομα, γιατί οι κυρίαρχες τάξεις εξακολουθούν να έχουν το πάνω χέρι και να προωθούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές που κατά κανόνα πλήττουν τους εργαζόμενους και τον απλό πολίτη. Τα συνδικαλιστικά κινήματα πρέπει να βρίσκονται σε επαγρύπνηση ώστε ενωμένα να αντιμετωπίσουν τις αντιλαϊκές επιβουλές, μέσα από το διαπραγματευτικό πλαίσιο αλλά και μέσα από κινητοποιήσεις με στόχο πάντοτε την προστασία των κατακτήσεων και την προώθηση των διεκδικήσεων των εργαζομένων.
The ECC national debates have ended in April 2009. You may now debate the final 15 recommendations on the European portal
Η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση στα 51χρόνια λειτουργίας της σημείωσε σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά επιτεύγματα. Το μέσο κατά κεφαλή εισόδημα στην Ευρώπη των 27 ανήλθε στο 28000 ευρώ, ο μέσος όρος ζωής αυξήθηκε στα 81 έτη για τις γυναίκες και 79 για τους άνδρες (το 1960 τα αντίστοιχα έτσι ήταν 73 και 67), εγκρίθηκαν και εφαρμόστηκαν οδηγίες-νομοθεσίες για τη μερική απασχόληση, τη γονική άδεια, τη μητρότητα, την προστασία των εργαζομένων από τις απολύσεις, τις άδειες ανάπαυσης, την προστασία των καταναλωτών και του περιβάλλοντος. Βεβαίως οι κατακτήσεις στον εργασιακό και κοινωνικό τομέα σημειώθηκαν μετά από σκληρούς αγώνες του συνδικαλιστικού κινήματος των χωρών της Ε.Ε. και άλλων κοινωνικών κινημάτων, της νεολαίας, των γυναικών, των οικολόγων κλπ.
Η Ε.Ε. ξεκίνησε ως μια Κοινότητα μεικτών οικονομιών, οι οποίες διδάχθηκαν το μάθημα της βαθιάς κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του 1930: ότι η προοδευτική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη απαιτεί μακροοικονομική και δομική παρέμβαση, ότι ο ανταγωνισμός σε μια κοινή αγορά χρειάζεται κοινούς κανόνες και οικονομική πολιτική και ότι η κοινωνική πρόοδος προϋποθέτει έναν ισχυρό δημόσιο τομέα. Αυτά τα διδάγματα, που εφαρμόστηκαν με διάφορους τρόπους σε διαφορετικές χώρες, ήταν—αν και όχι αδιαμφισβήτητα—η κοινή βάση του οικονομικού δυναμισμού στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, Αλλά από τα μέσα ης δεκαετίας του 1970, αρχικά σταδιακά και μετά ολοκληρωτικά, αφέθηκαν στο περιθώριο και υποσκάφτηκαν από την άνοδο του ανταγωνισμού ως τον κυρίαρχο κανόνα για όλη την οικονομική, καθώς και για μεγάλα τμήματα της κοινωνικής ζωής. Η μακροοικονομική πολιτική συρρικνώθηκε στους κανόνες της αυστηρής σταθερότητας των τιμών και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Η εναρμόνιση των κανόνων ανταγωνισμού αντικαταστάθηκε από τον ανταγωνισμό.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση 80 εκατ. πολίτες που ζουν κάτω από το όριο φτώχειας (16% του πληθυσμού) ένας αριθμός απαράδεκτος για μια ΄Ενωση που έχει δεδηλωμένη πρόθεση να γίνει η καλύτερη και πιο παραγωγική οικονομία μέχρι το 2010 (όριο φτώχειας-το 60% του μέσου εισοδήματος αφού αφαιρεθούν οι φόροι και άλλες κρατήσεις).
Σε κάποιες χώρες το ποσοστό είναι ακόμη μεγαλύτερο: Ιρλανδία, Πορτογαλία, Σλοβακία-21%, Ελλάδα, Ισπανία-20%, Ιταλία 19%.
Σύμφωνα με σχετικές έρευνες η φτώχια συνδέεται στενά με την κοινωνική απομόνωση και επηρεάζεται ισχυρά από τη χαμηλή ποιότητα της απασχόλησης και ιδίως τη χαμηλή ποιότητα των επαγγελματικών καθηκόντων, του επισφαλή χαρακτήρα της εργασίας και την ανεπαρκή κατάρτιση. Η καταπολέμηση λοιπόν της φτώχειας είναι μία από τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ένωση. Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι η ανεργία.
Για χρόνια το ποσοστό της ανεργίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν σταθεροποιημένο στο 10-11%. Μόνο τα τελευταία 3 χρόνια άρχισε να διαφαίνεται κάποια μείωση που οφείλεται κυρίως στην πρόοδο που παρατηρήθηκε στους κλάδους της πληροφορικής που είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων εργασίας.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απασχόληση, οι νέες θέσεις εργασίας στους τομείς υψηλής τεχνολογίας και η κατάληψη μεγάλη τμήματος των νέων εργασιακών ευκαιριών από γυναίκες, ήταν από τους κύριους λόγους μείωσης της ανεργίας.
Παρά την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Οικονομίας δημιουργήθηκαν περισσότερες από 3 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα το ποσοστό της απασχόλησης να αυξηθεί στο 63,3% από το 62,3% που είχε καταγραφεί το 1999.
Πάνω από 1,6 εκατ. θέσεις που δημιουργήθηκαν «καταλήφθηκαν» από γυναίκες.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό της ανεργίας στις χώρες της Ε.Ε. έχει πέσει το 2006 στο 8.3% σε σύγκριση με 10.3% το 1994.
Βέβαια το ποσοστό της ανεργίας δεν είναι καθόλου ομοιόμορφο στην Ένωση. Υπάρχουν χώρες με πολύ πιο ψηλό ποσοστό, όπως η Γάλλια (9,6% η Ελλάδα (9,5%), η Γερμανία (8,7%). Οι χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό είναι το Λουξεμβούργο (4,1%), η Ολλανδία (4.5%) και η η Ιρλανδία (4,5%).
Σύμφωνα με τις αναλύσεις των ειδικών, το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό του προβλήματος της ευρωπαϊκής ανεργίας είναι οι μόνιμοι άνεργοι οι οποίοι αποτελούν το 50% και άνω του συνολικού αριθμού των ανέργων. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι πρωτοφανές στην έκταση του για τον κόσμο ολόκληρο.
Ένας στους δύο άνεργους δεν απέχει από την ενεργό δράση επειδή οι δουλειές δεν πάνε καλά. Απέχει μόνιμα εκτός της παραγωγικής διαδικασίας. Εδώ λοιπόν το πρόβλημα δεν έχει να κάνει με την οικονομική δραστηριότητα (ψηλή ή χαμηλή, σε ύφεση ή σε ανάκαμψη), αλλά με το πρόβλημα της ίδιας της κοινωνίας που για κάποιο λόγο έχει πάρει οριστικό διαζύγιο με κάποιους ανθρώπους.
Άρα στα καθαρά ευρωπαϊκά δεδομένα η ανεργία δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με τις κλασσικές και παραδοσιακές συνταγές τύπου «ας αναθερμάνουμε την οικονομία για να δημιουργηθούν δουλειές και να τις πάρουν οι άνεργοι» κλπ. Ακόμα και σε περιόδους ψηλού ρυθμού ανάπτυξης, από τις νέες θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν το ένα τρίτο μόνο θα καταλάβουν πρώην άνεργοι. Τα δύο τρίτα θα πάνε σε νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας.
Βέβαια αυτό είναι μια άποψη. Υπάρχει και η άλλη που λεει ότι σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης του 3-4% είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουν την ανεργία. Το ζήτημα όμως είναι ότι τέτοιους σταθερούς ρυθμούς η Ευρώπη δεν έχει ζήσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
«Η ανεργία και οι επιβραδυμένοι ρυθμοί ανάπτυξης είναι τα κυριότερα προβλήματα της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης σημειώνει ο “Economist” στην έκδοση στις 17.3.2007. Πράγματι, συνεχίζει το περιοδικό, τα οικονομικά προβλήματα έχουν κάνει τους ψηφοφόρους να είναι καχύποπτοι όχι μόνο γενικά για τη παγκοσμιοποίηση αλλά και σε σχέδια της Ε.Ε. για διεύρυνση και ενιαία αγορά. Η ανεργία βέβαια δεν είναι άσχετη για την μη αποδοχή της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης στη Γαλλία και Δανία το 2005.Οι Γάλλοι ψηφοφόροι θα έλεγαν μάλλον ναι αν η ανεργία ήταν 3% και όχι 10%! >>.
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ Ε.Ε. – ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
ΤΗΣ ΛΙΣΣΑΒΟΝΑΣ
Το Μάρτιο του 2000 κατά τη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Λισσαβόνα οι ηγέτες των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) δεσμεύτηκαν να υλοποιήσουν συγκεκριμένους οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους που θα καταστήσουν μέχρι το 2010 την οικονομία της Ε.Ε. την πλέον δυναμική και ανταγωνιστική στον κόσμο.
Η Στρατηγική της Λισσαβόνας όπως έκτοτε έγινε γνωστή, αφορά την προώθηση ενός συνόλου οικονομικών, κοινωνικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. με στόχο τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα επιτρέψουν στην Ε.Ε. μέχρι το 2010 να γίνει η πρώτη οικονομική δύναμη.
Έχουν περάσει έκτοτε περισσότερο από 7 χρόνια και από την έκθεση Κοκ που παρουσιάσθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, φαίνεται πως υπάρχει σημαντική καθυστέρηση και αποτυχία στην προώθηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων προς επίτευξη των στόχων της Λισσαβόνας, και γι’ αυτό χρειάστηκε η αναθεώρηση των πολιτικών δράσεως.
Η έκθεση Κοκ επισημαίνει τους πέντε τομείς-προτεραιότητας που πρέπει τα κράτη-μέλη να επικεντρωθούν:
- Κοινωνία της γνώσης: αύξηση της ελκυστικότητας της Ευρώπης για ερευνητές και επιστήμονες, προώθηση της έρευνας και ανάπτυξης και των τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορίας.
- Εσωτερική αγορά: ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς για τις υπηρεσίες (κυρίως τις χρηματοοικονομικές) και αφαίρεση των εμποδίων στην ελεύθερη διακίνηση των αγαθών.
- Επιχειρηματικό περιβάλλον: μείωση του επιχειρηματικού κόστους, βελτίωση της ποιότητας της νομοθεσίας, υποστήριξη της ανάπτυξης νέων επιχειρήσεων και δημιουργία περιβάλλοντος που να ενθαρρύνει την επιχειρηματικότητα.
- Αγορά εργασίας: άμεση προώθηση της ευελιξίας των εργαζομένων, ανάπτυξη στρατηγικής για τη δια βίου μάθηση και τη γήρανση του πληθυσμού και ανάπτυξη συνεργασιών για την απασχόληση και την ανάπτυξη.
- Διατήρηση του περιβάλλοντος: ενδυνάμωση της καινοτομίας όσον αφορά το περιβάλλον και προώθηση πολιτικών για μακροπρόθεσμη αύξηση της παραγωγικότητας.
Πέραν τούτων ισχύουν οι ποσοτικοί στόχοι της Στρατηγικής της Λισσαβόνας που είναι:
Συνολική απασχόληση
Να φθάσει στο 67% το 2005 και όσο το δυνατόν πιο κοντά στο 70% το 2010.
Απασχόληση Γυναικών
Να φθάσει στο 57% το 2005 και πάνω από 60% το 2010
Απασχόληση Εργαζομένων
Μεταξύ 55 και 64 ετών να φθάσει στο 50% το 2010
Άνεργοι
- Σε κάθε άνεργο να προσφέρεται η δυνατότητα νέας αρχής πριν την πάροδο 6μηνών ανεργίας αν πρόκειται για νέους και 12 μηνών αν πρόκειται για ενήλικες (νέα αρχή μπορεί να είναι κατάρτιση, επανεκπαίδευση ή τοποθέτηση σε θέση εργασίας).
- Μέχρι το 2010, το 25% των μακροχρόνια άνεργων να συμμετέχουν σε κάποιο ενεργητικό μέτρο με στόχο την επίτευξη του μέσου όρου των τριών καλυτέρων προηγουμένων κρατών - μελών.
Εκπαίδευση και δια βίου μάθηση
- Μέχρι το 2010 τουλάχιστον 85% των ατόμων ηλικίας 22 ετών στην Ε.Ε. θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει την ανώτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
- Μέχρι το 2010 το μέσο επίπεδο συμμετοχής στη δια βίου μάθηση θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 12,5% του ενήλικου οικονομικά ενεργού πληθυσμού (25 ως 64 ετών).
Παράταση Επαγγελματικού βίου
- Αύξηση ως το 2010 της πραγματικής ηλικίας εξόδου από την αγορά εργασίας κατά 5 έτη (η ηλικία αυτή το έτος 2001 ήταν 59,9 έτη)
- Κατάργηση των κινήτρων για πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας κυρίως με μεταρρύθμιση των συστημάτων πρόωρης συνταξιοδότησης.
Ισότητα των φύλων
Προκειμένου να επιτευχθεί καλύτερος συνδυασμός επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής θα πρέπει μέχρι το 2010 να προσφέρονται υπηρεσίες φροντίδας παιδιών σε:
- Τουλάχιστον 90% των παιδιών ηλικίας από 3 ετών μέχρι την έναρξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και τουλάχιστον 33% των παιδιών κάτω των 5 ετών.
- Τουλάχιστον 33% των παιδιών κάτω των 3 ετών.
Μελετώντας τη στρατηγική της Λισσαβόνας, την έκθεση Κοκ, τους στόχους και τις επιδιώξεις που τίθενται, θεωρούμε ότι απ’ αυτή απουσιάζει το κοινωνικό στοιχείο, απουσιάζουν εκείνοι οι στόχοι που θα καταστήσουν την Ευρώπη πιο ανθρώπινη, πιο δίκαιη και πιο ανοικτή προς τους πολίτες της.
Πιστεύουμε ότι η κοινωνική συνοχή θα έπρεπε να αποτελεί βασικό άξονα της Στρατηγικής της Λισσαβόνας και όχι απόρροια της επίτευξης των οικονομικών στόχων.
Ιδιαίτερα τονίζουμε το γεγονός ότι όσο αφορά την αγορά εργασίας στα κείμενα της Στρατηγικής της Λισσαβόνας επαναλαμβάνεται συνεχώς η λέξη ευελιξία, η οποία ερμηνεύεται ως απορύθμιση της εργασίας, ως υπόσκαψη του ρόλου των συλλογικών συμβάσεων, ως εφαρμογή τέτοιων μορφών απασχόλησης που θα μειώνουν το κόστος εργασίας για τους εργοδότες και θα αυξάνουν την εκμετάλλευση των εργαζομένων.
Το συνδικαλιστικό κίνημα έχει εκφράσει την αντίθεση του στις επιλογές εκείνες που τείνουν να καταστρατηγήσουν βασικές κατακτήσεις των εργαζομένων.
Όσο αφορά την παράταση του επαγγελματικού βίου η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) σε πρόσφατη γνωμάτευση της είναι κατηγορηματική:
«Οι στόχοι που πρέπει να τεθούν για την αντιμετώπιση του προβλήματος της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών συστημάτων υπερβαίνουν την απλή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης-πράγματι, το μέρος αυτό, εάν χρησιμοποιηθεί χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια, ενδέχεται να αποδειχτεί εντελώς αναποτελεσματικό, ακόμα δε και επιζήμιο, για την ποιότητα ζωής των ευρωπαίων πολιτών.
Λαμβανομένων υπόψη των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των διάφορων τύπων εργασίας και της παρουσίας μεταξύ αυτών της κοπιώδους, της επαναλαμβανόμενης ή της κουραστικής εργασίας, η λύση για τη γήρανση του πληθυσμού δεν μπορεί να είναι απλώς η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης: «εργασία για περισσότερα χρόνια» δεν σημαίνει το ίδιο για όλα τα επαγγέλματα και πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαφορά που υπάρχει μεταξύ νομίμου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και πραγματικής ηλικίας εξόδου από τον κόσμο της εργασίας>>.
Παρά το γεγονός ότι οι κυρίαρχες τάξεις στην Ε.Ε. προωθούν αυτή τη συγκεκριμένη πολιτική υπάρχουν περιθώρια στα κράτη-μέλη να βάζουν τη δική τους σφραγίδα, να κάνουν τις δικές τους εισηγήσεις και να εφαρμόσουν για την χώρα τους τις πολιτικές εκείνες που θα επιτυγχάνουν μεν την αύξηση της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας αλλά ταυτόχρονα να είναι ευαίσθητες στα θέματα κοινωνικής προστασίας και συνοχής.
Μετέχοντας εδώ και 2 σχεδόν χρόνια στην ΕΟΚΕ έχω αντιληφθεί ότι αυτό το όργανο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στο οποίο μετέχουν μεταξύ άλλων συνδικαλιστές αν ισχυροποιηθεί, αν οι αποφάσεις του αντί του απλού συμβουλευτικού χαρακτήρα έχουν μια πιο βαρύνουσα σημασία τότε μπορούν να συμβάλουν στην βελτίωση του εργασιακού κλίματος, στην αντιμετώπιση της φτώχειας και της κοινωνικής ανισότητας. Δεν τρέφουμε βέβαια ψευδαισθήσεις ότι αυτό θα συμβεί σύντομα, γιατί οι κυρίαρχες τάξεις εξακολουθούν να έχουν το πάνω χέρι και να προωθούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές που κατά κανόνα πλήττουν τους εργαζόμενους και τον απλό πολίτη. Τα συνδικαλιστικά κινήματα πρέπει να βρίσκονται σε επαγρύπνηση ώστε ενωμένα να αντιμετωπίσουν τις αντιλαϊκές επιβουλές, μέσα από το διαπραγματευτικό πλαίσιο αλλά και μέσα από κινητοποιήσεις με στόχο πάντοτε την προστασία των κατακτήσεων και την προώθηση των διεκδικήσεων των εργαζομένων.